Σημάδι...

Με ζηλεύεις…
Ζηλεύεις τον τρόπο που υποτάσσω τα συναισθήματα…
Κλείνω πόρτες, διαγράφω, προχωράω
και αναρωτιέσαι…
"Υπήρξα;"
Η άμυνά μου αυτές οι τρεις μέρες…
Η άμυνά σου να πιστεύεις
ότι δεν ένιωσα…
Σε κοιτάω, το ξέρεις…
Αλλά που να φωνάξω 
«σε αγαπάω», 
«μη φεύγεις», 
«μείνε», 
«έλα»…
Είμαι εγωίστρια, σου το έλεγα…
Είσαι ένας ρομαντικός, μου το έλεγες…
Βρίσκεσαι σε εκείνον τον τοίχο που σε έστησα
να περιμένεις τους πυροβολισμούς…
Από το δικό μου χέρι…
Τελικά, τα κατάφερες, μου φωνάζεις...
Με πόνεσες…ουρλιάζεις...
Μου βγάζεις το καπέλο…
με χειροκροτάς
και μου γεμίζεις το πιστόλι…
Πρόσεξες όμως που σημαδεύω;
(Vicky)

Χώμα

Η ευτυχία μου ισορροπεί στην καμπύλη των χειλιών σου...
Μεθάω και γίνομαι αθάνατη...
Δύο δεκαετίες μοναξιάς καμουφλαρισμένες σε μελάνι...
Ρίχνω το δοχείο...
Σταγόνες...
Κηλίδες...
Φλέβες γεννάς...
Αίμα στάζεις...
Μπλε...
Σε ρουφάει το χώμα...
Γίνεσαι σπόρος και ξαναγεννιέσαι...
Μα σου είπα;
Μέθυσα και έγινα αθάνατη...
Μέθυσα από έρωτα και σε...νίκησα...
(Vicky)

Άγια η νύχτα...

Δίπλα στο τζάκι με ένα ποτήρι κρασί...
Οι φλόγες παίζουν με τα ξύλα, σπάνε τη σιωπή του δωματίου...
Πριν πέρασαν και κάτι πλανόδιοι μουσικοί...
Έπαιζαν την Άγια Νύχτα...
Άγια η Νύχτα και Άγιος ο Έρωτας...
Ντύνονται στα κόκκινα...
Σκούρο κόκκινο...
Σαν το αίμα, 
σαν το κρασί...
Αναμμένο και ένα κερί...
Για τις ψυχές που δεν πουλήθηκαν, που δε φοβήθηκαν...
Διαβάζω δυο ευχές ευλογημένο το νέο έτος και να χαμογελάς...
Δεν έχω παιδικά μάτια
και την αθωότητά μου την έχασα εδώ και χρόνια μα...
μέχρι και πριν μια ώρα πίστευα στον Άγιο Βασίλη...
(Vicky)

Ατέλειες...

-Εγώ την ψυχή σου θέλω...
-Είναι βαριά, πως να σηκώσεις τόσο βάρος στα δυο σου χέρια;
-Αντέχω...
-Γιατί;
-Γιατί σε αγαπάω...Άσε τους άλλους να κοιτούν ανίδεοι...
Τόσο αντέχουν τα μάτια τους...
Δε φοβάμαι τα σκοτάδια σου...
-Φοβάμαι εγώ...
-Τι; Εμένα;
-Εμένα... Όχι στο σκοτάδι αλλά στο φως...
Γιατί τότε φαίνονται όλες μου οι ατέλειες και εγώ...
μεγάλωσα μαθαίνοντας να αντέχω...
(Vicky)

Τρεις...

Θα πιω τρεις γουλιές καφέ 
θα σε φιλήσω τρεις φορές στο μάγουλο έτσι, για καλημέρα
κι ύστερα θα φύγω πάλι…
Δε θα γυρίσω να κοιτάξω,
δε θα σου μιλήσω…
Όταν χαθεί το άρωμά μου στον αέρα…
Όταν πετάξεις τα λουλούδια απ’ το βάζο…
Όταν ξεπλύνεις με νερό τις ενοχές…
τότε, ξέρω, πάλι θα μ’ αρνηθείς…
(Vicky)

Γ(ρ)αμ(μ)οκαρδιά

Στο στόμα μια πεταλούδα...
Στο χέρι μια σπασμένη βελόνα από ένα γραμμόφωνο…
Φτύνω συναισθήματα…
Έτσι, λες, θα σε ξεχάσω…
Η βελόνα μπαίνει μέσα μου…
Γίνεται φλέβα
και αρχίζω να παίζω ένα τραγούδι…
Γνώριμο…
Με πλησιάζεις ξυπόλυτος…
Σταμάτα…
Θα λερωθείς από το κόκκινο…
Περίμενε…
Να προσθέσω λίγο κίτρινο…
Το πορτοκαλί, άλλωστε, είναι το χρώμα σου…
Τώρα, έλα…
Ψιθύρισέ το μου στο αυτί...
(Vicky)

Αλήθειες, ψέματα...

Στρίβω  ένα τσιγάρο…
Το ανάβω…
Υπέκυψα…
Έξω κρύο…
Σκεφτόμουν πόσο εύθραυστοι είμαστε…
Για ένα δανεικό χάδι,
μια ψεύτικη αγκαλιά,
για ένα βρώμικο «σε θέλω» ανάβουμε φωτιές…
Δε ζεσταίνεται έτσι η καρδιά…
Ανάσες θέλει να μετράει…
Ξεφτιλισμένα συναισθήματα...
Σημεία των καιρών θα πούνε κάποιοι…
Σου είπα;
Εύθραυστη είμαι κι εγώ…
Προσποιήσου ότι με αγαπάς για αυτή τη νύχτα…
Μίλα μου…
Αλήθειες τα ψέματά σου μα…τι με νοιάζει;
Δε θα σε φιλήσω στο στόμα…
(Vicky)